Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

ΜΑΡΗ ΒΕΡΓΟΥΛΙΔΟΥ

Μάρη Βεργουλίδου

vergoulidoy.1    Η ζωγράφος Μάρη Βεργουλίδου μας υποδέχθηκε ένα ηλιόλουστο πρωινό του Γενάρη στο σπίτι της. Πάνω από πενήντα πίνακες μικρού και μεσαίου μεγέθους ήταν τοποθετημένοι περιμετρικά και αραδιασμένοι στο πάτωμα κατά θεματική σειρά. Ζεστός καφές και συζήτηση. Οι ερωτήσεις που της απευθύναμε ήταν κάπως κοινότοπες. Δημοσιογραφικές, τρόπον τινά. Όταν μιλάς όμως μ' έναν γνήσιο καλλιτέχνη ακόμη και για κάτι κοινότοπο, αίφνης, θαρρείς με κάποιο μαγικό τρόπο, η συζήτηση μετατρέπεται σε πρωτόγνωρη εμπειρία.
 
    Η Μάρη γεννήθηκε το 1966 στη Θεσσαλονίκη. Στο Ωραιόκαστρο ήρθε το 1981 και έκτοτε ζει εδώ με την οικογένειά της. Έκανε την πρώτη της έκθεση πριν από τρία χρόνια στο Δημαρχείο της πόλης μας. Ακολούθησαν άλλες, ομαδικές και ατομικές, με τελευταία αυτήν που διοργάνωσε η αντιδημαρχία πολιτισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης τον Νοέμβριο του 2005. Είχε για θέμα της τον Πόντο και την προσφυγιά και το υπόβαθρό της ήταν οι διηγήσεις της γιαγιάς που ήρθε από την Τραπεζούντα το '22. Άρχισε με την αναζήτηση υλικού - κυρίως φωτογραφικού - που κράτησε δύο χρόνια. Έτσι γεννήθηκαν 27 έργα. Κι ήταν αυτά που τράβηξαν αρχικά το ενδιαφέρον της Ένωσής μας, το οποίο όμως δεν σταμάτησε εκεί.
   Η τεχνική που χρησιμοποιεί, θα μπορούσε να ορισθεί ως «μικτή», χαρακτηρισμός κάπως αυθαίρετος και ασαφής. Είναι συγκερασμός διαφόρων υλικών (κομμάτια πηλού, ξύλο, μέταλλο, καθώς και παλιές φωτογραφίες). Μας είπε χαρακτηριστικά: «Στην ουσία δεν ξέρω ούτε τι ακριβώς είναι, ούτε που μπορεί να την κατατάξει κανείς. Αλλά δεν μ' ενδιαφέρει κιόλας. Είναι αυτό που νοιώθω όταν ζωγραφίζω και η φόρτιση που κάθε φορά έχω όταν δουλεύω το θέμα μου. Όταν κάθομαι να ζωγραφίσω «παίζω» το δικό μου «παιγνίδι» βάζοντας απέναντι τον εαυτό μου, χωρίς να «φιλτράρω» αυτό που θέλω να κάνω και χωρίς να το παζαρεύω λογικά.»
   Ζητήσαμε να μας μιλήσει για τον δάσκαλό της τον κ. Μαυρομάτη. Ιδού τα πρώτα της λόγια: «Απλός, και προσιτός, αλλά και εξαιρετικά δύσκολος και απαιτητικός σαν δάσκαλος.» Και συνέχισε: «Δίνει πολλές ΄΄ελευθερίες'' κι αυτό όσο απλό κι αν ακούγεται, άλλο τόσο δύσκολο γίνεται στην πορεία. Σε ρίχνει στα «βαθιά» αλλά είναι πάντα δίπλα σου και παρακολουθεί. Επεμβαίνει ελάχιστα κι αυτό μόνο όταν καθίσταται απόλυτα αναγκαίο. Δεν σου «λύνει» τα προβλήματα στο μάθημα, αντίθετα σου δημιουργεί καινούργια. Έτσι αναγκάζεσαι να ψάξεις και να οδηγηθείς από μόνος σου στις δικές σου λύσεις.»
Αυτά και πολλά ακόμη είπαμε μαζί της. Φυσικά δεν είμαστε κριτικοί τέχνης για να αποτιμήσουμε ικανοποιητικά το έργο της.       Ούτε βέβαια «παντογνώστες» δημοσιογράφοι. Ωστόσο, με αφορμή αυτά που είδαμε κι ακούσαμε, καταλάβαμε κάποια πράγματα. Πρώτα την αξία και του δασκάλου της, μέσα από την αξία της μαθήτριάς του. Πράγματι! Αν ο δάσκαλος λύνει ένα πρόβλημα δημιουργώντας ταυτόχρονα καινούργια, αναγκάζει τον μαθητή να σκέφτεται. Όπως στις επιστήμες, έτσι και στην τέχνη, η απάντηση σ' ένα πρόβλημα, δημιουργεί μια σειρά άλλα ερωτήματα που απαιτούν λύση. Αυτή η διαρκής αναζήτηση λύσεων είναι μια προίκα που ολοφάνερα δόθηκε από έναν καλό δάσκαλο προς έναν φιλομαθή και φίλεργο μαθητή.                Ρωτήσαμε την ζωγράφο: «Γιατί αυτή η απότομη, η αναίτια, η σκληρή πινελιά; Δείχνει να χαλάει όλο το έργο... Γιατί αυτό το παράξενα ριγμένο κόκκινο στο κέντρο; Τι σημαίνει;» Πιο ειλικρινή, πιο ξεκάθαρη απάντηση δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε: «Δεν ξέρω»...
   Εν τέλει, μόνο τα αδύναμα έργα τέχνης μπορούν να ερμηνευτούν και να κατανοηθούν πλήρως. Αυτές οι στυγνές, οι αιχμηρές πινελιές της Μάρης, διεισδύουν απρόσκλητες και επίμονες στα νεύρα της μνήμης και των αισθήσεων. Χρειάζεται θάρρος για να δώσεις τέτοιες πινελιές, θράσος για να καταφύγεις σε τέτοιο χρώμα.
   Όταν την ρωτήσαμε πως αντιμετώπισε το κοινό το έργο της μας είπε: «... στην αρχή με δυσπιστία. Ίσως γιατί περίμενε ν' αντικρίσει ήπιες εικόνες που να είναι λογικά και αισθητικά περισσότερο αποδεκτές. Σιγά σιγά όμως άρχισα να κερδίζω την εμπιστοσύνη και το ενδιαφέρον τους.»
   Πράγματι! Εδώ δεν μιλάμε για μια «ήπια» ζωγραφική. Εδώ υπάρχει άγχος, θυμός, αγωνία, πόνος.
   Ας θυμηθούμε εδώ ότι, η ίδια πριν λίγο μας είπε ότι δεν «παζαρεύει» λογικά την τέχνη της. Φυσικά! Όταν υποτάσεις την τέχνη στη λογική, όταν ο θεατής σου βλέπει αυτό που περίμενε να δει και μάλιστα συχνά με άψογη τεχνική και μορφικά εξαίρετο, αποχωρεί βέβαια με ένα αίσθημα αισθητικής απόλαυσης, ευχαριστημένος, αλλά σύντομα ξεχνά αυτό που είδε.
   Ο καλλιτέχνης πρέπει μάλλον να έχει έναν αντίπαλο και να μάχεται διαρκώς. Έναν «Θεό» να αμφισβητεί, μια διαρκή αγωνία και απορία για την παρουσία ή την απουσία του Θεού. Ο ζωγράφος πρέπει να παλεύει μ' έναν εχθρό. Αν ο εχθρός φύγει, μαζί του θα έχει αποχωρήσει κι ένα μεγάλο μέρος του κοινού. Ο γνήσιος καλλιτέχνης το ξέρει καλά αυτό. Όπως ξέρει πολύ καλά ότι δεν ζωγραφίζει πρώτα για το κοινό, αλλά για τον εαυτό του...        Όπως επίσης ξέρει ότι ένα καλό έργο τέχνης, οφείλει να επιδέχεται πολλαπλές «αναγνώσεις». Και ότι οι πιο απίθανες, οι πιο απρόβλεπτες, είναι ίσως εκείνες που αξίζουν.
   Η Μάρη Βεργουλίδου μας «κέρδισε» με τις αιχμηρές, τις στυγνές πινελιές της. Εμείς, η Ένωση Ποντίων Ωραιοκάστρου και Φίλων, θα είμαστε δίπλα της...

                                          Επιμέλεια: Αγαθή ¨Ατση , Δημήτρης Σταυριώτης

ΠΗΓΗ:ΕΝΩΣΗ ΠΟΝΤΙΩΝ ΩΡΑΙΟΚΑΣΤΡΟΥ ΚΑΙ ΦΙΛΩΝ




Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ,αφήστε σχόλιο...